αἱμόρραντος

αἱμό-ρραντος, ον, ([etym.] ῥαίνω)
A blood-sprinkled,

θυσίαι E.Alc.134

(anap), cf.IT225 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμόρραντος — αἱμόρραντος, ον (Α) ο ραντισμένος με αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + ῥαντὸς < ῥαίνω] …   Dictionary of Greek

  • αἱμορράντων — αἱμόρραντος blood sprinkled masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμόρραντοι — αἱμόρραντος blood sprinkled masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.